- γωνιασμός
- γωνιασμός, ὁ, das Richten, Abmessen, nach dem Winkelmaß
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
γωνιασμός — squaring off corners masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
γωνιασμός — ο (AM γωνιασμός) [γωνιάζω] το γωνίασμα αρχ. φρ. «ἐπῶν γωνιασμοί» υπερβολικά εξεζητημένοι στίχοι … Dictionary of Greek
γωνιασμός — ο βλ. γωνίασμα … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
γωνιασμούς — γωνιασμός squaring off corners masc acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)